δευτερόπρωτον

δευτερό-πρωτον σάββατον, τό, prob. corrupt in Ev.Luc.6.1 (no expl. is satisfactory).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δευτερόπρωτον — δευτερόπρωτον, το (AM) φρ. «δευτερόπρωτον Σάββατον» πιθανώς το Σάββατο μετά την εορτή τού ιουδαϊκού Πάσχα, το οποίο θεωρείται πρώτο …   Dictionary of Greek

  • δευτερόπρωτον — neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευτεροπρώτου — δευτερόπρωτον neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευτεροπρώτῳ — δευτερόπρωτον neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • PENTECOSTE — Graece Πεντηκοςτη, i. e. quinquagesima, subintellige dies, quod quinquagesimâ die, post 16. mensis Nisan, quae δευτέρα τοῦ Πάχα, secunda erat a Pascha, celebraretur, nomen fuit unius ex tribus praecipuis Israelitarum Festis. Institutio eius… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • After-Sabbath, der — * Der After Sabbath, des es, plur. inusit. in Luthers Übersetzung des neuen Testamentes Luc. 6, 1. der Tag nach dem Sabbathe, oder wie andere wollen, der erste Sabbath nach dem andern Tage des Osterfestes,δευτεροπρωτον. Ohne auf den Griechischen… …   Grammatisch-kritisches Wörterbuch der Hochdeutschen Mundart

  • δεύτερος — η, ο και δεύτερος, δευτέρα, ο (AM δεύτερος, α, ον) Ι. 1. αυτός που φθάνει, έρχεται ή γίνεται αμέσως μετά τον πρώτο (σε διαδοχή χρόνου) (α. «τερμάτισε δεύτερος» β. «γεννήθηκε δεύτερος» γ. «δεύτερος αὖ προΐει ἔγχος» έσυρε δεύτερος το ξίφος) 2.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.